Ομιλία στην Διαρκή Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι.

«Το συναρπαστικότερο πράγμα σε σχέση με το μέλλον είναι ότι μπορούμε να το διαμορφώσουμε», έχει γράψει ο Βρετανός φιλόσοφος Charles Handy. Με αυτό το ρητό στο μυαλό, θα ήθελα πολύ συνοπτικά να τοποθετηθώ σχετικά με τις προτεραιότητες της ελληνικής εξωτερικής μας πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας στο σύγχρονο πλέγμα προκλήσεων στο διεθνές γίγνεσθαι.

Ζούμε – και θα συνεχίσουμε να ζούμε - μέσα σε ένα κόσμο μετάβασης.
 
Οι αβεβαιότητες είναι περισσότερες από τις βεβαιότητες τόσο ευρύτερα όσο και σε ό,τι αφορά στις σχέσεις μας με τις γειτονικές μας χώρες. 

Πέρα από τις παλιές απειλές που έχουν επανέλθει – διασπορά πυρηνικών όπλων - καινούργιες μορφές ανασφάλειας – που περιλαμβάνουν την χρηματοπιστωτική αστάθεια, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, την ενεργειακή εξάρτηση, τις κυβερνοεπιθέσεις, τις υβριδικές απειλές, το οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία, τις κατά περίπτωση προσφυγικές  - μεταναστευτικές ροές – είναι ποικίλες, λιγότερο ευδιάκριτες και λιγότερο προβλέψιμες παρά ποτέ.

Στις παρούσες πρωτόγνωρες συνθήκες δεν μπορούμε να διαχειριζόμαστε τα θέματα εξωτερικής πολιτικής και τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας με τον ίδιο τρόπο που τα διαχειριζόμασταν ως τώρα. 

Για να υπάρχει συνεπώς μια αποτελεσματική εξωτερική πολιτική, αυτή θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από δύο ικανότητες. Μία είναι η ικανότητα της προσαρμογής στις παρούσες συνθήκες και η δεύτερη είναι η ικανότητα εκμετάλλευσης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας μας. 

Με λίγα λόγια χρειαζόμαστε ένα, όχι επικαιροποιημένο, αλλά εκ των πραγμάτων νέο, καλά επεξεργασμένο δόγμα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, προσαρμοσμένο στις νέες συνθήκες. 

‘Ένα δόγμα εξωτερικής πολιτικής που θα αναγνωρίζει απειλές. Θα καταγράφει ευκαιρίες. Θα πολλαπλασιάζει τις αμυντικές επιλογές. Αλλά και θα προβάλλει ταυτόχρονα προς όλες τις κατευθύνσεις το «κύρος», την εθνική φήμη της χώρας.

Θα προσθέσω, ότι χρειαζόμαστε επομένως όχι μόνο ένα νέο αλλά πάνω απ’ όλα ένα «ευέλικτο» δόγμα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Που να μπορεί να προσαρμόζει, γρήγορα και αποτελεσματικά, επιμέρους πτυχές του «βασικού κορμού» του στις αιφνίδιες διαφοροποιήσεις του γεωπολιτικού σκηνικού. Λιγότερο ή περισσότερο μακριά μας. 

Αυτό το «Μονο-πολυπολικό» δόγμα, σταθερά εθνοκεντρικό στον πυρήνα και συνεργατικά πολυμορφικό στην περιφέρειά του μπορεί να γίνει η ασπίδα και το δόρυ της εξωστρεφούς Ελλάδας. Στα σύνορά μας, στις ευρύτερες σφαίρες επιρροής μας. 

Σε επίπεδο αρχών, λοιπόν:

1.    Παραμένουν οι βασικοί θεωρητικοί πυλώνες στην διαμόρφωση της εξωτερικής μας πολιτικής. Αυτοί δεν είναι άλλοι από την προστασία του Εθνικού Συμφέροντος, το σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας, τη μη ανάμειξη στα εσωτερικά τρίτων χωρών και βέβαια στην αποτρεπτική ισχύ της εθνικής μας άμυνας. 

2.    Ταυτόχρονα, η εξωτερική μας πολιτική οφείλει να είναι πολυδιάστατη, πολυεπίπεδη και να συμμετέχει ενεργά στην διαμόρφωση των νέων τάσεων τόσο στην Ε.Ε.όσο και στο ΝΑΤΟ. Αλλά και να επενδύσει στη διαχρονικά στέρεη, στρατηγική σχέση μας με τις ΗΠΑ. Χωρίς φυσικά να αποκλείουμε και άλλες δυνάμεις.

3.    Η εξωτερική μας πολιτική οφείλει να αναδεικνύει την ιδιαίτερη προστιθέμενη γεωπολιτική αξία με χειροπιαστό αντίκτυπο της αξίας αυτής μέσα από τη συμμετοχή της στη διαμόρφωση της πολιτικής στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Νοτιανατολικής Μεσογείου (ανάπτυξη στρατηγικών συμμαχιών με χώρες της ευρύτερης γειτονιάς μας, όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος).

Σε επίπεδο πολιτικής πράξης:

1.    Να είναι σε θέση να εκμεταλλεύεται όλες τα σύγχρονα μέσα δικτύωσης και προβολής, καθώς και τις τεχνολογικές και ψηφιακές δυνατότητες. Η εκμετάλλευση των τεχνολογικών και ψηφιακών δυνατοτήτων να αποτυπώνονται τόσο στην εκπαίδευση των νέων διπλωματών όσο και με σταδιακή ενσωμάτωσή τους στην καθημερινή δραστηριότητα του Υπουργείου. 

2.    Να υπάρχει κοινή αντίληψη πολιτικής στοχοθεσίας με ταυτόχρονο παράλληλο σεβασμό των διαφορετικών αποστολών του Υπουργείου Εξωτερικών, του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Επιτρέψτε μου να προσθέσω σε αυτή την εθνική εξίσωση πολλαπλασιαστικής ισχύος το Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο Ανάπτυξης.
 
3.    Να εστιάζει στρατηγικά και μεθοδικά στον πολλαπλασιασμό της απόδοσης τριών εργαλείων και συντελεστών ήπιας ισχύος: της Οικονομικής Διπλωματίας, της Πολιτιστικής / Δημόσιας Διπλωματίας (κάτι που θα γίνει και μέσα από την Επιτροπή 2021 αλλά και μέσα από την εκστρατεία με στόχο να αποκατασταθεί n πραγματικότητα και να προωθηθούν το «brand Μακεδονία» και τα Μακεδονικά προϊόντα) και της δύναμης του Ελληνισμού της Διασποράς (κάτι που θα γίνει και μέσα από την παροχή δικαιώματος ψήφου στους Έλληνες του εξωτερικού). 

Ασφαλώς πέρα και πάνω από όλα αυτά, δεν ξεχνάμε ότι ο απόλυτος και καθοριστικός παράγοντας ισχύος της χώρας μας είναι η εθνική ενότητα. Συνεπώς είναι υποχρέωση όλων μας να αποφύγουμε να καταστήσουμε το ζήτημα αυτό αντικείμενο πολιτικής και κομματικής τριβής και να το ανυψώσουμε στο επίπεδο που απαιτείται: αυτό της εθνικής στρατηγικής θεώρησης και της αναγκαίας ιστορικής συναίνεσης.
Ολοκληρώνω κύριε Πρόεδρε με ένα τελευταίο σχόλιο.

Για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε αποτελεσματικά στις προκλήσεις του άμεσου αλλά και του απώτερου μέλλοντός μας πρέπει να έχουμε το μυαλό μας στο εξής: Δεν υπάρχει Ελλάδα χωρίς την Ευρώπη, αλλά δεν υπάρχει και Ευρώπη χωρίς την Ελλάδα. Όσο περισσότερο δυναμώνει οικονομικά και κερδίζει σε σταθερότητα και ισχύ η Ελλάδα τόσο κερδίζει και η Ευρώπη. Και το αντίστροφο. 

Για το λόγο αυτό οφείλουμε - ειδικά τώρα εν όψει του Brexit - να συνεισφέρουμε εποικοδομητικά στο διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης. Και στο πλαίσιο αυτό, για να μπορούμε να μιλάμε για την Ευρώπη της οικονομίας, την Ευρώπη της κοινής ασφάλειας, θα πρέπει πρώτα να μιλάμε για την Ευρώπη των πολιτών της. 

Μια Ευρώπη που πρέπει να αποφεύγει τη ρητορεία και να εξηγεί με απλή γλώσσα με ποιόν τρόπο προσθέτει αξία στη ζωή των πολιτών της.

Όλα τα παραπάνω εκφράζονται στο μέγιστο βαθμό διαχρονικά από τις Κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας και φυσικά και σήμερα από τον πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, κάτι που φάνηκε και από την εισήγηση του Υπουργού Αναπληρωτή Εξωτερικών κ. Μ. Βαρβιτσιώτη. 

Ευχαριστώ.