Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής στη συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών «Εκλογή Βουλευτών»

Ευχαριστώ κ. Πρόεδρε.

Κύριε Υπουργέ.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Ένα από τα βασικά αξιώματα της πολιτικής επιστήμης και της εκλογικής ανάλυσης υπαγορεύει ότι ο εκάστοτε εκλογικός νόμος είναι το κανονιστικό κείμενο το οποίο οφείλει να αποτυπώνει με όσο το δυνατόν περισσότερη αξιοπιστία την έκφραση των πολιτικών προθέσεων της κάθε κοινωνίας όπως αυτή εκφράζεται σε κάθε χρονική στιγμή.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό;

Σημαίνει ότι ένας εκλογικός νόμος οφείλει να είναι δομημένος με τέτοιο τρόπο που να πριμοδοτείται η κυβερνησιμότητα σε πλήρη αναλογικότητα με την επιθυμία της κοινωνίας να κυβερνηθεί.

Και πάνω απ’ όλα σημαίνει ότι πρέπει να επιδεικνύει προσαρμοστικότητα στις νέες συνθήκες και να συμβάλλει στην αποκατάστασης της αξιοπιστίας της πολιτικής.

Αυτή είναι η ουσιαστική πολιτική επιταγή. Αυτό είναι το ζητούμενο, για την Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. 

Όπως αναφέρει και η αιτιολογική έκθεση: «κύριος γνώμονας είναι η θέσπιση ενός αξιόπιστου, διαφανούς, απλού και λειτουργικού πλαισίου που θα εισάγει ένα νέο πολιτικό σύστημα στην μετά κρίση Ελλάδα, το οποίο θα κληθεί να διαμορφώσει μία νέα σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και την πολιτική, μία σχέση που ξεκίνησε να οικοδομείται επί βάσεων στερεών με την πολιτική αλλαγή της 7ης Ιουλίου 2019».

Και ακόμα και το γεγονός ότι καλούμαστε να ψηφίσουμε εκλογικό νόμο χωρίς να υπάρχει προοπτική εκλογών, συμβάλλει ακριβώς σε αυτό. 

Γιατί τώρα ρωτά πεισματικά η αντιπολίτευση; 

Διότι θέλουμε να βάλουμε τους κανόνες του παιχνιδιού από τώρα. Δεν χειραγωγούμε εμείς ένα σύστημα ανάλογα με την προβολή του επόμενου εκλογικού αποτελέσματος. Όπως κάνατε εσείς κυρίες και κύριοι συνάδελφοι του ΣΥΡΙΖΑ, μιμούμενοι το ΠΑΣΟΚ και τον Μένιο Κουτσόγιωργα! 

Και αυτό διαχωρίζει τη δική μας πρόθεση από αυτήν του ΣΥΡΙΖΑ.

Ασφαλώς και εννοώ την απλή αναλογική, η οποία αποτελεί προϊόν δόλιας σκοπιμότητας. Η απλή αναλογική καθιερώθηκε προκειμένου με μαθηματική ακρίβεια να οδηγήσει τα πράγματα σε χαοτικές καταστάσεις. Είναι γνωστό, άλλωστε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ότι είστε θιασώτες του ρητού του Μάο «μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση»! Και το πετύχατε. Η απόδειξη δεν είναι άλλη από όσα οξύμωρα ζούμε σήμερα στους Δήμους και τις Περιφέρειες. 

Η απλή αναλογική, λοιπόν, δοκιμάστηκε, ζυγίστηκε και βρέθηκε σαφώς ελλιποβαρής. Τελεία. Παράγραφος. 

Συνεπώς, δεν πρόκειται για ιδεολογική συνέπεια. Πρόκειται για πολιτικό καιροσκοπισμό. Θυμίζω και αποκαλύπτω ταυτόχρονα την υποκρισία και τα βήματα του ΣΥΡΙΖΑ για το μπόνους των 50 εδρών, που χρησιμοποίησε για να Κυβερνήσει:

•    Από συνασπισμός κομμάτων και συνιστωσών γίνατε ενιαίο Κόμμα.
•    Μετά συγκυβερνήσατε με τους ακροδεξιούς του Πάνου Καμμένου.
•    Μετά διατηρήσατε τον εκλογικό νόμο και κερδίσατε με αυτόν και τις εκλογές  τον Σεπτέμβριο του 2015.
•    Και το 2016 σας έπιασαν οι ευαισθησίες βλέποντας ότι έρχεται η ήττα και ψάχνατε συνεργασίες ακόμη και με τη φασιστική οργάνωση της Χρυσής Αυγής για να στερήσετε την αυτοδυναμία από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Κάτι που φυσικά δεν καταφέρατε.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Η ποιότητα της Δημοκρατίας μας δεν εξαρτάται από τον εκλογικό νόμο. Χωρίς ασφαλώς να υποτιμώ τη χρησιμότητά του, ο εκλογικός νόμος αποτελεί τεχνική κατανομής των κοινοβουλευτικών εδρών. Δεν μπορεί, από μόνος του, να δώσει τις λύσεις εκείνες σε μείζονα ζητήματα για τα οποία οι κοινωνίες αγωνιούν. Ούτε λύση σε ζητήματα ενδυνάμωσης των κριτηρίων δημοκρατικότητας, ούτε αποφυγής του λαϊκισμού, ούτε επανόρθωσης της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και πολιτικών. 

Και πέρα από το κριτήριο της κυβερνησιμότητας, το τελευταίο είναι το κριτήριο για την νέα εποχή. Είναι αυτό που θα  αποτρέψει τις όποιες λαϊκίστικες σειρήνες να λειτουργήσουν ως δέλεαρ για φτηνή εκλογική εκμετάλλευση. Και το κλειδί για την αποκατάσταση της σχέσης εμπιστοσύνης των πολιτών με τους πολιτικούς είναι η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητα των πολιτικών μας επιλογών. 

Με την ψήφιση του παρόντος σχεδίου νόμου κάνουμε ένα τεράστιο βήμα προς την αποκατάσταση αυτής της εμπιστοσύνης.
 
Και λέω βήμα γιατί αυτό από μόνο του δεν φτάνει. Χρειάζεται να γίνουν και άλλα για να φτάσουμε εκεί που θέλουμε.

Και μαζί με αυτό μας δίνεται η αφορμή να βάλουμε και πάλι στο δημόσιο διάλογο κορυφαία ζητήματα λειτουργίας της Δημοκρατίας. Προτάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση μπορούν να υπάρξουν πολλές. Θα καταθέσω δύο που θεωρώ πιο σημαντικές. 

Πρόταση πρώτη. Καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας, ώστε ο ελέγχων να μην είναι ταυτόχρονα και ελεγχόμενος. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαμε να «χτυπήσουμε» το πελατειακό σύστημα, την ανορθολογική συναλλαγή δηλαδή μεταξύ πολιτικών και ομάδων οργανωμένων συμφερόντων.

Πρόταση δεύτερη. Σταθερή διάρκεια κυβερνητικής θητείας.

Θεωρήσαμε επιτυχία το γεγονός ότι επιτέλους απεμπλέξαμε την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από την πρόωρη διάλυση της Βουλής. Δεν θα βοηθούσε λοιπόν περαιτέρω να εξασφαλίζεται η κυβερνητική σταθερότητα, χωρίς αλλά και αν, σε όποιον ασκεί την εξουσία; Οι εθνικές εκλογές θα έπρεπε – κατά την άποψή μου - να διεξάγονται κάθε 4 ή και 5 χρόνια σε σταθερή και προκαθορισμένη ημερομηνία. Και ακόμα και αν η χώρα οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές για κάποιον εξαιρετικό λόγο, η θητεία της επόμενης Κυβέρνησης θα πρέπει να λήγει την προκαθορισμένη ημερομηνία σύμφωνα με τις προηγούμενες εκλογές.
 
Καλό θα ήταν τέτοιου είδους προτάσεις να δίνουν τροφή για σκέψη στο δημόσιο διάλογο από εδώ και πέρα. Αυτό θα ενδυναμώσει τη Δημοκρατία μας και θα επιστρέψει το ενδιαφέρον μας στην πολιτική ουσία. Και αυτό είναι κάτι που προφανώς η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξέρουν και μπορούν να κάνουν καλύτερα.

Γιατί στη συνολική θεώρησή μας για την πολιτική, αυτό που εμείς προτάσσουμε είναι τί συμφέρει τη χώρα και όχι τί συμφέρει το κόμμα. Και το παρόν σχέδιο νόμου απαντά ευθέως σε αυτό το ερώτημα.

Και γι’ αυτό σας καλώ να το υπερψηφίσετε.

Σας ευχαριστώ.