Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου «Έφοδος στον ουρανό» του κ. Θανάση Λάλα

Σκεφτόμουν αρχικά να ξεκινήσω την παρέμβασή μου ζητώντας σας να λύσουμε μια εξίσωση με τέσσερεις προσθέσεις και ένα πολλαπλασιασμό. Να βρούμε πόσες ώρες πραγματικής δουλειάς χρειάζεται για να μπορέσει να φτάσει στον αναγνώστη μια συνέντευξη με μια εξέχουσα προσωπικότητα της παγκόσμιας πολιτικής, οικονομικής ή πνευματικής ελιτ. 

Να σκεφτούμε το χρόνο προετοιμασίας, το χρόνο συνάντησης και συνομιλίας, το χρόνο απομαγνητοφώνησης, το χρόνο τελικής επεξεργασίας.

Να κάνουμε την πρόσθεση και στη συνέχεια να πολλαπλασιάσουμε επί 3.500. Διότι ο Θανάσης Λάλας έχει στο ενεργητικό του 3.500 συνεντεύξεις με μοναδικές προσωπικότητες από όλο τον κόσμο. Και αυτό σημαίνει μια μοναδική εμπειρία, 
μια μοναδική γνώση, μια μοναδική αντίληψη προσώπων και πραγμάτων που άγγιξαν τον ουρανό, που άγγιξαν τη φτέρνα του Θεού.

Σκέφτηκα τελικά να αφήσουμε την εξίσωση στον ίδιο, παρόλο που δεν είμαι βέβαιος πως την έχει απαντήσει. 

Ούτε προφανώς θα υπολόγισε τις ώρες που αφιέρωσε για να φτάσει στις 21 συνεντεύξεις ανθρώπων που βραβεύτηκαν με Νόμπελ και δημοσιεύονται στο βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας με τον τίτλο «Έφοδος στον Ουρανό». 

Κρατώ όμως από τον πρόλογό του την τελευταία παράγραφο: «Διαβάζοντας ξανά το υλικό που περιλαμβάνεται σε αυτή την έκδοση», γράφει ο Θανάσης Λάλας, «ξαναταξίδεψα – αυτή την φορά προς τα πίσω, στο παρελθόν. Θυμήθηκα γεγονότα, πολλά από αυτά απίστευτα, και έχοντας πλέον κάποια απόσταση από αυτά προσπάθησα να τα αφηγηθώ. 

Διαπίστωσα επίσης ότι όσο επιστρέφω σε αυτό το υλικό, τόσο πείθομαι ότι στη ζωή, αυτοί που καταφέρνουν να αγγίξουν “τις φτέρνες Θεού”, έστω και για μια στιγμή, είναι άνθρωποι που πιστεύουν βαθιά μέσα τους ότι το “εγώ” τους έχει αξία μόνο όταν αφιερώνεται σε ένα πεινασμένο από περιέργεια και πάθος για ζωή “εμείς”»!

Δεν χρειάζεται μετά από αυτό να πω τίποτε παραπάνω ούτε για τις αρχές του Θανάση Λάλα, ούτε για την ευφυΐα, ούτε για τις αρετές που έκαναν τις συνεντεύξεις του να ξεχωρίσουν. Με το δικό του τρόπο έκανε ανθρώπους δυσπρόσιτους να ξανοίγονται μπροστά στο μικρόφωνό του. Έκανε και τους αναγνώστες του Τύπου να προσφεύγουν στο έργο του για να μάθουν, να προβληματιστούν, να βγάλουν συμπεράσματα για τις διαστάσεις και την πορεία των πραγμάτων. 

«Πιστεύω», έχει πει ο ίδιος, «ότι οι άνθρωποι που μπορούν να ξεχωρίσουν είναι  αυτοί που μπορούν να προχωρήσουν μέσα στο σκοτάδι. Που, ενώ είναι τυφλοί, περπατούν. Για να δεις πρέπει να προηγηθεί μια τύφλωση». Ο Θανάσης Λάλας ό,τι έκανε και ό,τι  κάνει - είτε συνεντεύξεις, είτε το στήσιμο ενός περιοδικού, είτε ζωγραφική – το έκανε και θέλει πάντα να το κάνει καλά. Και βέβαια καταφέρνει, παίζοντας είτε με τις λέξεις, είτε με τα χρήματα, να δίνει στο έργο του μια αποκλειστική ελκυστική και φωτεινή ιδιαιτερότητα. 

Έχει μια δική του απλή, αλλά όχι απλοϊκή, φιλοσοφία, που προσεγγίζει με σπάνιο τρόπο, σπάνιους ανθρώπους και σπάνιες ιδέες. Ενδεχομένως με κάποια υπερβολή που νομίζω, ωστόσο, ότι σκόπιμα επιστρατεύεται για να κάνει πιο ηχηρό, πιο διακριτικό, πιο άξιο λόγου το μήνυμά του. Επιλέγει τη γενίκευση για να φτιάξει τον κανόνα. Ξέροντας βέβαια ότι κανόνας χωρίς εξαιρέσεις δεν υπάρχει. Ξέροντας ότι έτσι ανοίγει διάλογο με τον αναγνώστη. Ξέροντας ότι προκαλεί για να κινήσει τη σκέψη και το νου. 

«Οι άνθρωποι», λέει, «δεν αντέχουν τους ανθρώπους που ξεχωρίζουν. Και δίκαια. Αλλά όταν έχεις το προνόμιο να ανέβεις μια σκάλα και οι άλλοι να μένουν από κάτω να σε κοιτάνε, δεν πρέπει να διαμαρτύρεσαι που βλέπουν το βρακάκι σου. Έχουν το δικαίωμα να βλέπουν κι αυτοί κάτι. Εσύ έχεις το προνόμιο να έχεις ανέβει τη σκάλα. 

Αυτή είναι η ταπεινότητα του ανθρώπου που ξεχωρίζει: To να καταλάβει ότι όλοι οι υπόλοιποι νιώθουν εκείνη τη στιγμή περίεργα και πρέπει κι αυτοί κάτι να εισπράξουν. Ίσως τη χλεύη απέναντί σου, ίσως την ύβρη απέναντί σου. Δεν φτάνει κανείς να πλησιάσει το απόλυτο, την αποθέωση, αν δεν περάσει από μια πολύ έντονη περίοδο ύβρεως. Ο άνθρωπος που ξεχωρίζει πρέπει να είναι έτοιμος να τα υποστεί αυτά για να δικαιωθεί».

Στο βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας 21 νομπελίστες με τους οποίους μίλησε ο ίδιος, αλλά και οι δυο βραβευμένοι, μεγάλοι Έλληνες - ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιώργος Σεφέρης - μιλούν για τη δική τους μοναδική εμπειρία. Μιλούν για την έφοδό τους στον ουρανό. Αλλά και για την μοναξιά του πρώτου, για το κόστος της επιτυχίας, για τη δύναμη των επιρροών, για την ανάγκη των επιλογών, για το ταλέντο, το χάρισμα. 

Με όσα λένε ή αποφεύγουν, επισημαίνουν άμεσα ή έμμεσα τη συμμετοχή του περιβάλλοντος που ζούμε στην πραγματοποίηση των ονείρων μας. Επισημαίνουν γεγονότα της ζωής που γίνονται η τύχη μας. Και επιτρέπουν στο συγγραφέα να μας πει για τα λάθη - που σαν τον ήλιο - άλλους καίνε και για άλλους λειτουργούν σαν τις ακτίνες που φωτίζουν σκοτάδια γεμάτα κρυμμένους θησαυρούς.