Συνταγματική Αναθεώρηση: Η μεγάλη ευκαιρία που δεν μπορεί να περιμένει (εφημερίδα Πολιτική)
Τι κράτος θέλουμε; Ένα κράτος που θα συνεχίσει να αναπαράγει παθογένειες του παρελθόντος ή ένα σύγχρονο, λειτουργικό κράτος το οποίο θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του 21ου αιώνα; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα που μας καλεί να απαντήσουμε η κορυφαία θεσμική στιγμή, η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, η οποία άνοιξε με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης και προσωπικά του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Γιατί ναι μεν το υπάρχον Σύνταγμα υπήρξε θεμέλιο δημοκρατικής σταθερότητας και πολιτικής ομαλότητας, υπηρετώντας τη χώρα σε κρίσιμες περιόδους, όμως, πενήντα χρόνια μετά, είναι φανερό ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Πολλά από τα προβλήματα που ρυθμίζει ανήκουν στο χθες, ενώ μεγάλες προκλήσεις του σήμερα και του αύριο παραμένουν εκτός συνταγματικού χάρτη. Η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική κρίση, η δημοσιονομική βιωσιμότητα, η αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης, η αξιολόγηση στο Δημόσιο.
Οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο πολιτικό σύστημα έτσι ώστε επιτέλους να αποκατασταθεί η σχέση εμπιστοσύνης των πολιτών με τους πολιτικούς. Μια σχέση που χωρίς αυτήν η Ελλάδα δεν μπορεί να πάει μπροστά. Αυτά όλα, λοιπόν, δεν είναι θεωρητικές συζητήσεις, αλλά υπαρκτά ζητήματα τα οποία επηρεάζουν άμεσα τη ζωή των πολιτών.
Γι’ αυτό και προκαλεί εύλογο προβληματισμό η στάση της αντιπολίτευσης, που, ενώ αναγνωρίζει ότι υπάρχουν σοβαρά θεσμικά ζητήματα, αρνείται στην πράξη -ελπίζω να αλλάξει θέση- κάθε ουσιαστική συζήτηση επί των αναθεωρητέων άρθρων. Δεν μπορεί κανείς να καταγγέλλει τα προβλήματα και ταυτόχρονα να απορρίπτει τη θεσμική διαδικασία που μπορεί να δώσει λύσεις. Γιατί η συνταγματική αναθεώρηση είναι ευθύνη όλων.
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας έχει σαφή προσανατολισμό: μέχρι το 2030 – έτος που συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους - η χώρα να έχει κλείσει οριστικά τους λογαριασμούς της με το πελατειακό κράτος, ένα σύστημα που γεννήθηκε πριν από δύο αιώνες και εξακολουθεί να υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η μάχη αυτή περνά αναπόφευκτα μέσα από την καθιέρωση της αξιολόγησης στο Δημόσιο. Όχι με τιμωρητική λογική, αλλά με στόχο την αποδοτικότητα, τη συνέπεια και την επιβράβευση.
Κομβικής σημασίας είναι και η αναθεώρηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών. Δεν είναι θεσμικά ορθό η Βουλή να λειτουργεί ως προανακριτικό όργανο και, εν τέλει, ως φίλτρο άσκησης ποινικής δίωξης. Σε όλα τα σοβαρά ευρωπαϊκά κράτη, ο ρόλος της Δικαιοσύνης είναι πρωταγωνιστικός. Μπορούν και πρέπει να υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας, αλλά όχι κομματικοί συσχετισμοί που πλήττουν την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.
Στο ίδιο πνεύμα, η αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια αποτελεί μια αναγκαία τομή. Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να αγνοεί μια πραγματικότητα που ισχύει σε ολόκληρη την Ευρώπη, στερώντας από τη νέα γενιά επιλογές και ευκαιρίες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται, επίσης, στη θωράκιση της δημοσιονομικής σταθερότητας. Η χώρα πλήρωσε ακριβά τον λαϊκισμό, τα ελλείμματα και τις ανέξοδες υποσχέσεις. Ένα σύγχρονο Σύνταγμα οφείλει να περιλαμβάνει εγγυήσεις που θα αποτρέπουν την επιστροφή σε πρακτικές που οδήγησαν στη χρεοκοπία.
Η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή συναίνεση. Όχι για λόγους τακτικής, αλλά γιατί οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές απαιτούν ευρύτερες πλειοψηφίες και πολιτική ωριμότητα. Η συνταγματική αναθεώρηση είναι ευκαιρία να ξεφύγουμε από τη στείρα κομματική περιχαράκωση και να τοποθετηθούμε όλοι επί της ουσίας των προτάσεων.
Η χώρα έχει ανάγκη από ένα Σύνταγμα που να εμπνέει εμπιστοσύνη, να ενισχύει τους θεσμούς και να κοιτάζει μπροστά. Αυτή είναι η πρόκληση. Και αυτήν οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε με θάρρος, ευθύνη και ειλικρινή διάθεση συνεργασίας.
